曝光 έννοια και προφορά

曝光
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

曝光 ελληνικός ορισμός

bào guāng

  • έκθεση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 曝 (pù): εκθέτω
  • 光 (guāng): φως