朝代 έννοια και προφορά

朝代
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

朝代 ελληνικός ορισμός

cháo dài

  • δυναστεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 朝 (cháo): προς
  • 代 (dài): γενιά