杜绝 έννοια και προφορά

杜绝
Απλοποιημένη λέξη
杜絕
Παραδοσιακή λέξη

杜绝 ελληνικός ορισμός

dù jué

  • βάζω τέλος σε

HSK level


Χαρακτήρες

  • 杜 (dù): ντου
  • 绝 (jué): απολύτως