栽培 έννοια και προφορά

栽培
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

栽培 ελληνικός ορισμός

zāi péi

  • καλλιέργεια

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zāi): φυτό
  • (péi): εκπαίδευση