棉花 έννοια και προφορά

棉花
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

棉花 ελληνικός ορισμός

mián hua

  • βαμβάκι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 棉 (mián): βαμβάκι
  • 花 (huā): λουλούδι