死亡 έννοια και προφορά

死亡
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

死亡 ελληνικός ορισμός

sǐ wáng

  • θάνατος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 死 (sǐ): νεκρός
  • 亡 (wáng): χάνομαι