毅然 έννοια και προφορά

毅然
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

毅然 ελληνικός ορισμός

yì rán

  • απολύτως

HSK level


Χαρακτήρες

  • (yì): επιμονή
  • (rán): φυσικά