池塘 έννοια και προφορά

池塘
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

池塘 ελληνικός ορισμός

chí táng

  • λιμνούλα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 池 (chí): πισίνα
  • 塘 (táng): λιμνούλα