沉着 έννοια και προφορά

沉着
Απλοποιημένη λέξη
沈著
Παραδοσιακή λέξη

沉着 ελληνικός ορισμός

chén zhuó

  • ηρεμία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 沉 (chén): νεροχύτης
  • 着 (zhe): με