沉重 έννοια και προφορά

沉重
Απλοποιημένη λέξη
沈重
Παραδοσιακή λέξη

沉重 ελληνικός ορισμός

chén zhòng

  • βαρύς

HSK level


Χαρακτήρες

  • 沉 (chén): νεροχύτης
  • 重 (zhòng): βάρος