泛滥 έννοια και προφορά

泛滥
Απλοποιημένη λέξη
泛濫
Παραδοσιακή λέξη

泛滥 ελληνικός ορισμός

fàn làn

  • πλημμύρα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 泛 (fàn): τηγάνι-
  • 滥 (làn): κατάχρηση