津津有味 έννοια και προφορά

津津有味
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

津津有味 ελληνικός ορισμός

jīn jīn yǒu wèi

  • με απόλαυση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jīn): τιαντζίν
  • (yǒu): εχω
  • (wèi): γεύση