洪水 έννοια και προφορά

洪水
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

洪水 ελληνικός ορισμός

hóng shuǐ

  • πλημμύρα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 洪 (hóng): πλημμύρα
  • 水 (shuǐ): νερό