流通 έννοια και προφορά

流通
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

流通 ελληνικός ορισμός

liú tōng

  • κυκλοφορία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 流 (liú): ροή
  • 通 (tōng): διά μέσου