流露 έννοια και προφορά

流露
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

流露 ελληνικός ορισμός

liú lù

  • αποκαλύπτω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 流 (liú): ροή
  • 露 (lù): δροσιά