深奥 έννοια και προφορά

深奥
Απλοποιημένη λέξη
深奧
Παραδοσιακή λέξη

深奥 ελληνικός ορισμός

shēn ào

  • βαθύς

HSK level


Χαρακτήρες

  • 深 (shēn): βαθύς
  • 奥 (ào): ω