溶解 έννοια και προφορά

溶解
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

溶解 ελληνικός ορισμός

róng jiě

  • διαλύω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (róng): τήκω
  • (jiě): λύση