滋味 έννοια και προφορά

滋味
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

滋味 ελληνικός ορισμός

zī wèi

  • γεύση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 滋 (zī): τρέφω
  • 味 (wèi): γεύση