潇洒 έννοια και προφορά

潇洒
Απλοποιημένη λέξη
潇灑
Παραδοσιακή λέξη

潇洒 ελληνικός ορισμός

xiāo sǎ

  • σικ

HSK level


Χαρακτήρες

  • 潇 (xiāo): σιάο
  • 洒 (sǎ): πασπαλίζω