潜力 έννοια και προφορά

潜力
Απλοποιημένη λέξη
潛力
Παραδοσιακή λέξη

潜力 ελληνικός ορισμός

qián lì

  • δυνητικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 潜 (qián): λανθάνων
  • 力 (lì): δύναμη