牵扯 έννοια και προφορά

牵扯
Απλοποιημένη λέξη
牽扯
Παραδοσιακή λέξη

牵扯 ελληνικός ορισμός

qiān chě

  • εμπλέκω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (qiān): οδηγω
  • (chě): τραβήξτε