环节 έννοια και προφορά

环节
Απλοποιημένη λέξη
環節
Παραδοσιακή λέξη

环节 ελληνικός ορισμός

huán jié

  • σύνδεσμος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 环 (huán): δαχτυλίδι
  • 节 (jié): ενότητα