珍珠 έννοια και προφορά

珍珠
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

珍珠 ελληνικός ορισμός

zhēn zhū

  • μαργαριτάρι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 珍 (zhēn): τζεν
  • 珠 (zhū): περιδέραιο