珍稀 έννοια και προφορά

珍稀
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

珍稀 ελληνικός ορισμός

zhēn xī

  • σπάνιος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zhēn): τζεν
  • (xī): αραιωμένος