琢磨 έννοια και προφορά

琢磨
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

琢磨 ελληνικός ορισμός

zhuó mó

  • ζυγίζω με το νουν

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zuó): τομή
  • (mó): μύλος