畜牧 έννοια και προφορά

畜牧
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

畜牧 ελληνικός ορισμός

xù mù

  • κτηνοτροφία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 畜 (chù): ζώα
  • 牧 (mù): κτηνοτροφία