盛开 έννοια και προφορά

盛开
Απλοποιημένη λέξη
盛開
Παραδοσιακή λέξη

盛开 ελληνικός ορισμός

shèng kāi

  • ανθίζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shèng): σενγκ
  • (kāi): άνοιξε