省略 έννοια και προφορά

省略
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

省略 ελληνικός ορισμός

shěng lüè

  • παραλείπω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 省 (shěng): επαρχία
  • 略 (è): ελαφρώς