确立 έννοια και προφορά

确立
Απλοποιημένη λέξη
確立
Παραδοσιακή λέξη

确立 ελληνικός ορισμός

què lì

  • εγκαθιδρύω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 确 (què): πράγματι
  • 立 (lì): σήκω πάνω