神仙 έννοια και προφορά

神仙
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

神仙 ελληνικός ορισμός

shén xiān

  • αθάνατος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 神 (shén): θεός
  • 仙 (xiān): σεντ