神圣 έννοια και προφορά

神圣
Απλοποιημένη λέξη
神聖
Παραδοσιακή λέξη

神圣 ελληνικός ορισμός

shén shèng

  • ιερός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 神 (shén): θεός
  • 圣 (shèng): αγιος