神奇 έννοια και προφορά

神奇
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

神奇 ελληνικός ορισμός

shén qí

  • μαγικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 神 (shén): θεός
  • 奇 (qí): περιττός