稻谷 έννοια και προφορά

稻谷
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

稻谷 ελληνικός ορισμός

dào gǔ

  • αναποφλοίωτο ρύζι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (dào): ρύζι
  • (gǔ): κοιλάδα