立方 έννοια και προφορά

立方
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

立方 ελληνικός ορισμός

lì fāng

  • κύβος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 立 (lì): σήκω πάνω
  • 方 (fāng): τετράγωνο