粗糙 έννοια και προφορά

粗糙
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

粗糙 ελληνικός ορισμός

cū cāo

  • τραχύς

HSK level


Χαρακτήρες

  • (cū): ακατέργαστος
  • (cāo): τραχύς