经济 έννοια και προφορά

经济
Απλοποιημένη λέξη
經濟
Παραδοσιακή λέξη

经济 ελληνικός ορισμός

jīng jì

  • οικονομικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jīng): διά μέσου
  • (jì): βοήθεια

Παραδείγματα ποινών με 经济

  • 这些年经济发展很快。
    Zhèxiē nián jīngjì fāzhǎn hěn kuài.
  • 近些年来这个城市的经济发展很快快。
    Jìn xiē niánlái zhège chéngshì de jīngjì fāzhǎn hěn kuài kuài.
  • 随着经济的发展,人们的生活有了很大的提
    Suízhe jīng jì de fǎ zhǎn, rénmen de shēnghuó yǒule hěn dà de tí