给予 έννοια και προφορά

给予
Απλοποιημένη λέξη
給予
Παραδοσιακή λέξη

给予 ελληνικός ορισμός

jǐ yǔ

  • δίνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 给 (gěi): δίνω
  • 予 (yǔ): δίνω