绝对 έννοια και προφορά

绝对
Απλοποιημένη λέξη
絕對
Παραδοσιακή λέξη

绝对 ελληνικός ορισμός

jué duì

  • απόλυτος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 绝 (jué): απολύτως
  • 对 (duì): σωστός