统治 έννοια και προφορά

统治
Απλοποιημένη λέξη
統治
Παραδοσιακή λέξη

统治 ελληνικός ορισμός

tǒng zhì

  • κανόνας

HSK level


Χαρακτήρες

  • 统 (tǒng): ενοποιώ
  • 治 (zhì): κανόνας