统计 έννοια και προφορά

统计
Απλοποιημένη λέξη
統計
Παραδοσιακή λέξη

统计 ελληνικός ορισμός

tǒng jì

  • στατιστική

HSK level


Χαρακτήρες

  • 统 (tǒng): ενοποιώ
  • 计 (jì): μετρητής