维持 έννοια και προφορά

维持
Απλοποιημένη λέξη
維持
Παραδοσιακή λέξη

维持 ελληνικός ορισμός

wéi chí

  • διατηρούν

HSK level


Χαρακτήρες

  • 维 (wéi): διάσταση
  • 持 (chí): κρατήστε