缠绕 έννοια και προφορά

缠绕
Απλοποιημένη λέξη
纏繞
Παραδοσιακή λέξη

缠绕 ελληνικός ορισμός

chán rào

  • κούρδισμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 缠 (chán): τυλίγομαι γύρω
  • 绕 (rào): περίπου