翅膀 έννοια και προφορά

翅膀
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

翅膀 ελληνικός ορισμός

chì bǎng

  • πτέρυγα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (chì): πτέρυγα
  • (bǎng): κύστη