聋哑 έννοια και προφορά

聋哑
Απλοποιημένη λέξη
聾啞
Παραδοσιακή λέξη

聋哑 ελληνικός ορισμός

lóng yǎ

  • κουφός και χαζός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lóng): κουφός
  • (yǎ): χαζός