肩膀 έννοια και προφορά

肩膀
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

肩膀 ελληνικός ορισμός

jiān bǎng

  • ώμος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 肩 (jiān): ώμος
  • 膀 (bǎng): κύστη