致力 έννοια και προφορά

致力
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

致力 ελληνικός ορισμός

zhì lì

  • αφοσιωμένος σε

HSK level


Χαρακτήρες

  • 致 (zhì): προς το
  • 力 (lì): δύναμη