舞蹈 έννοια και προφορά

舞蹈
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

舞蹈 ελληνικός ορισμός

wǔ dǎo

  • χορός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 舞 (wǔ): χορός
  • 蹈 (dǎo): χορός