航空 έννοια και προφορά

航空
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

航空 ελληνικός ορισμός

háng kōng

  • αεροπορία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 航 (háng): πανι πλοιου
  • 空 (kōng): αέρας