色彩 έννοια και προφορά

色彩
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

色彩 ελληνικός ορισμός

sè cǎi

  • χρώμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 色 (sè): χρώμα
  • 彩 (cǎi): χρώμα