节制 έννοια και προφορά

节制
Απλοποιημένη λέξη
節制
Παραδοσιακή λέξη

节制 ελληνικός ορισμός

jié zhì

  • έλεγχος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 节 (jié): ενότητα
  • 制 (zhì): σύστημα